Ιταλία

Η Ελλάδα συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Ιταλία αμέσως μετά την ενοποίηση της τελευταίας, το 1861. Διατηρεί Πρεσβεία και Προξενικό Γραφείο στη Ρώμη και Επίτιμα Προξενεία στο Μιλάνο, την Τεργέστη, το Τορίνο, την Ανκόνα, την Κατάνια, το Λιβόρνο, το Μπάρι, τη Μπολόνια, το Μπρίντιζι, τη Φλωρεντία, το Παλέρμο, την Περούτζια, τη Νάπολη και το Κάλιαρι.

Οικονομικές Σχέσεις

Για αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τις διμερείς οικονομικές σχέσεις, μπορείτε να επισκεφθείτε τη σχετική σελίδα της διαδικτυακής Πύλης AGORA

Γραφείο ΟΕΥ Ρώμης

Γραφείο ΟΕΥ Μιλάνου

Μορφωτικές, Πολιτιστικές Σχέσεις και Απόδημος Ελληνισμός

Στην Βενετία λειτουργεί από το 1951, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εξωτερικών,  το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, το μοναδικό ερευνητικό ίδρυμα της Ελλάδος στο εξωτερικό με κύρια αποστολή τη μελέτη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ιστορίας στην Ιταλία και ειδικότερα στη Βενετία και στις ελληνικές περιοχές την περίοδο της Ενετοκρατίας. Λειτουργεί στην έδρα της Ελληνορθόδοξης Αδελφότητας Βενετίας, η οποία έχει παραχωρηθεί από την Αδελφότητα στο Ελληνικό Κράτος.

Οι πολιτιστικές δραστηριότητες με θέμα την Ελλάδα είναι πολυάριθμες σε όλη την Ιταλία.  Η πολιτιστική παρουσία της Ιταλίας στην Ελλάδα πραγματοποιείται, κυρίως μέσω των δραστηριοτήτων που αναπτύσσει το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Η ομογένεια αριθμεί περί τα 30.000 άτομα εκ των οποίων ο κύριος όγκος διαβιεί στην κεντρική Ιταλία. 

Σημειώνεται και η μακραίωνη παρουσία ελληνικής καταγωγής ιταλών πολιτών, που ομιλούν τη χαρακτηριστική «γκρεκάνικη» διάλεκτο στην περιοχή της «Μεγάλης Ελλάδος» (Magna Graecia), παρουσία που ιστορικά ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους, αλλά και στην περίοδο της κλασσικής αρχαιότητας. Τα ιστορικά ελληνόφωνα χωριά είναι τα: Κοντοφούρι, Γκαλιτσιανό, Ροκαφόρτε ντελ Γκρέκο, Ροχούδι, Μπόβα και Μπόβα Μαρίνα και ανήκουν στην περιοχή της Καλαβρίας (πρωτεύουσα Ρήγιο).  Ο συνολικός πληθυσμός της γκρεκάνικης περιοχής -η οποία περιλαμβάνει και το Ρήγιο- ανέρχεται σε περίπου 200.000 κατοίκους, εντούτοις ο αριθμός των ομιλούντων το ελληνόφωνο ιδίωμα ανέρχεται σε λιγότερο από 1.000 άτομα.