Ετήσια Έκθεση 2020 Γραφείου ΟΕΥ Ρώμης σε συνεργασία με Γραφείο ΟΕΥ Μιλάνου για Περιφέρεια Λομβαρδίας και Β. Ιταλίας

Δημοσιεύθηκε στις 23/12/2021 10:05

Η Ετήσια Έκθεση 2020 του Γραφείου ΟΕΥ Ρώμης, επικεντρώνεται στην οικονομική κατάσταση της Ιταλίας, τις διμερείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στο πεδίο της ενεργειακής συνεργασίας, του στρατηγικού υποβάθρου της σφαιρικής εταιρικής σχέσης μας, καθώς και στην αξιοποίηση των εν δυνάμει προοπτικών συνεργασίας.

Το Γραφείο ΟΕΥ Μιλάνου επιμελήθηκε την επεξεργασία των αντιστοίχων στοιχείων για την Περιφέρεια της Λομβαρδίας και Βορείου Ιταλίας.

Σύμφωνα με τη μελέτη η οικονομική συνεργασία Ελλάδας-Ιταλίας κινείται και ενδυναμώνεται με όρους οικονομικού και επιχειρηματικού αυτοματισμού σφυρηλατώντας τη στρατηγική σχέση των δύο χωρών.

Η Ιταλία αποτελεί διαχρονικά μακράν τον πρώτο εξαγωγικό προορισμό της Ελλάδος, με αξία ελληνικών εξαγωγών προς Ιταλία το 2020 ύψους 3,3 δισ. ευρώ και την δεύτερη χώρα-προορισμό των ελληνικών εξαγωγών, τη Γερμανία με 2,4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία 8μήνου 2021, ο όγκος εμπορίου ανήλθε σε 5,9 δισ. ευρώ σημειώνοντας αύξηση κατά 4,45% σε σχέση με το 2020, εξέλιξη που προδιαγράφει και αυξητική τροχιά και το 2021 σε ετήσια βάση.

Η “ανάγνωση” της αυξητικής πορείας αμφίπλευρα των εμπορικών ροών (+24.18% για τις ελληνικές και +21.48% για ιταλικές εξαγωγές) κατά την πενταετία 2015-2019 οδηγεί αβίαστα στην παραδοχή ότι υφίστανται ευρείες προοπτικές περαιτέρω μεγέθυνσης διμερούς εμπορίου, με ρεαλιστικό και εφικτό -στόχο την προσέγγιση σύντομα του στόχου των 10 δισ. ευρώ.

Ο αγροδιατροφικός τομέας χώρας μας διακρίνεται, εμβληματικά, για την αναγνωρισιμότητα, αποδοχή, διεισδυτικότητα και τις ευρείες προοπτικές διεύρυνσης του στην ιταλική αγορά. Το 2020 από το σύνολο των ελληνικών εξαγωγών στην Ιταλία (3,3 δισ.. ευρώ) το 1/3 αφορά σε αγροδιατροφικά προϊόντα, αξίας 1 δισ. ευρώ.

Το εύρος της ιταλικής αγοράς (πληθυσμός: 60 εκ. και τουρίστες: 65 εκ.), η διαχρονική εγγύτητα σε οικονομικό, εμπορικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό και τουριστικό πεδίο και το κατ΄ εξοχήν συγγενές γαστριμαργικό και καταναλωτικό πρότυπο -μεσογειακή διάσταση- διευκολύνουν και γονιμοποιούν τις δυνατότητες πρόσβασης ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων. Παράλληλα όμως, οι υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές, το ισχυρό πρότυπο brand name (made in Ιtaly) και η περιφερειακή διάρθρωση αγοράς υπαγορεύουν, αναντίρρητα, τη συνύπαρξη ποιότητας και ανταγωνιστικών τιμών.

Το διμερές ισοζύγιο υπηρεσιών παρέμεινε πλεονασματικό για την Ελλάδα και το 2020, παρά την κατακόρυφη πτώση των ταξιδιωτικών υπηρεσιών το 2020 λόγω της πανδημίας, που κατέχουν τη μερίδα του λέοντος του διμερούς εμπορίου υπηρεσιών. Δεδομένου ότι το 2020 δεν ήταν ένα αντιπροσωπευτικό έτος, αναφέρεται η 4η θέση της Ιταλίας το 2019 ως προς τις αφίξεις τουριστών στην Ελλάδα μετά τη Γερμανία, τη Βουλγαρία και το Ην. Βασίλειο. Η αποκατάσταση της τουριστικής κίνησης παγκοσμίως σε προ πανδημικής κρίσης επίπεδα και η σταθερή προτίμηση των Ιταλών τουριστών προς την Ελλάδα συνηγορούν στην εκτίμηση για ανοδική τάση των εισπράξεων υπηρεσιών της χώρας μας από την Ιταλία.